glycuronide


glycuronide
/gluy kyoor"euh nuyd'/, n. Biochem.
glucuronide.
Also, glycuronid /gluy kyoor"euh nid/.

Useful english dictionary. 2012.

Look at other dictionaries:

  • glycuronide — /gluy kyoor euh nuyd /, n. Biochem. glucuronide. Also, glycuronid /gluy kyoor euh nid/. * * * …   Universalium

  • glycuronide — A glycoside of a uronic acid; e.g., glucuronide. * * * gly·cu·ro·nide (gli″ku rōnґīd) a glycoside of a glycuronic (uronic) acid, often specifically a glucuronide …   Medical dictionary

  • glucuronide — /glooh kyoor euh nuyd /, n. Biochem. a glycoside that yields glucuronic acid upon hydrolysis. Also, glycuronide. [1930 35; GLUCURON(IC ACID) + IDE] * * * …   Universalium

  • φαινολογλυκουρονίδιο — το, Ν συν. στον πληθ. τα φαινολογλυκουρονίδια χημ. ένζυμα που απαντούν στο ήπαρ και καταλύουν την αντίδραση μεταφοράς τής ομάδας τού γλυκουρονικού οξέος σε φαινόλη, αλλ. ουριδινοδιφωσφογλυκουρονικές τρανσφεράσες. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ.,… …   Dictionary of Greek